AdSenseBanner

Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Μοναδικά αριστουργήματα της Ελληνικής λαϊκής αρχιτεκτονικής

Μοναδικά αριστουργήματα της ελληνικής λαϊκής αρχιτεκτονικής αποτελούν τα πέτρινα γεφύρια, που κοσμούν πολλές περιοχές του ελληνικού χώρου.

Οι λαϊκοί μάστορες-δημιουργοί αξιοποιούσαν τους φυσικούς νόμους -άλλοτε συνειδητά και άλλοτε από ένστικτο- και συναρμολογούσαν μικρές αλλά γερές πέτρες, με μια ειδική τεχνική, για να δώσουν στο γεφύρι το κατάλληλο τοξοειδές σχήμα, μέσα στο κατακόρυφο επίπεδο, έτσι ώστε να αποφευχθεί η ανάπτυξη εφελκυστικών δυνάμεων και να μην ολισθαίνουν οι πέτρες.

Αυτός ο κατασκευαστικός περιορισμός δεν οδήγησε σε πτώχευση την αισθητική των γεφυριών. Αντίθετα, η έντονη ποικιλομορφία στην αρχιτεκτονική σύνθεση των γεφυριών παραπέμπει στο μεράκι του μάστορα-κατασκευαστή.

Τα παραπάνω στοιχεία περιλαμβάνονται -μεταξύ άλλων- σε μια ειδική έκδοση, που κάνει μια συνοπτική αναδρομή στην παγκόσμια γεφυροποιία και την οποία υπογράφει ο εκπαιδευτικός Γιώργος Γκράσσος.

Στην έκδοση αυτή παρουσιάζονται μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά πέτρινα τοξωτά γεφύρια που υπάρχουν ή υπήρχαν σ' ολόκληρη την Ελλάδα, μελετάται και αναπαριστάται η διαδικασία κατασκευής τους, συστήνονται οι συνήθως ανώνυμοι κατασκευαστές τους, τα εργαλεία και η συνθηματική γλώσσα τους, ενώ παρατίθενται και αρκετά φύλλα εργασίας για μαθητές όλων των βαθμίδων.

Άλλωστε, ο κύριος στόχος της έκδοσης, όπως σημειώνει ο ίδιος ο κ. Γκράσσος στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, είναι η ευαισθητοποίηση της μαθητικής κοινότητας, της κοινής γνώμης και των αρμόδιων φορέων που σχετίζονται με την προστασία όχι μόνο του φυσικού αλλά και του δομημένου περιβάλλοντος.

Στην προβιομηχανική Ελλάδα, το κύριο δομικό υλικό ήταν η πέτρα και ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα που απασχολούσαν τους κατοίκους- περισσότερο της ηπειρωτικής και λιγότερο της νησιωτικής υπαίθρου- ήταν η ασφαλής διέλευση των οδοιπόρων και των μεταφορικών μέσων τους πάνω από ποτάμια, ρέματα και χείμαρρους.

Η μορφολογία του εδάφους έπαιζε τον πλέον καθοριστικό ρόλο. Ο πρωτομάστορας αναζητούσε ένα βραχώδες στένωμα του ποταμού, με γερούς βράχους στις όχθες, για να στηρίξει με ασφάλεια τα ακρόβαθρα.

Οι πολύπειροι λαϊκοί γεφυροποιοί γνώριζαν ότι, όσο μικρότερη είναι η καμάρα τόσο πιο στέρεο το γεφύρι και τόσο μικρότερο το κόστος κατασκευής. Επομένως, η επιλογή της θέσης του γεφυριού ήταν σπουδαιότερη από τη χάραξη του δρόμου ή του μονοπατιού.

Έτσι, πολλές φορές ήταν αναπόφευκτο, ο δρόμος να ακολουθεί την όχθη του ποταμού μέχρι να συναντήσει το γεφύρι. Συνήθως, η θέση ήταν από χρόνια προκαθορισμένη, δηλαδή εκεί που υπήρχε παλιότερα ένα ξύλινο ή άλλο, πέτρινο γεφύρι, που είχε γκρεμιστεί.

Τα γεφύρια είναι διάσπαρτα σ' ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Μάλιστα, ορισμένες περιοχές, που ήταν οικονομικά ανεπτυγμένες, όπως αυτή των Ζαγοροχωρίων, είχαν το πιο πυκνό οδικό δίκτυο με πολλά γεφύρια.

Χαρακτηριστικό είναι ότι, το 18ο και 19ο αιώνα, που το εμπόριο βρισκόταν στη μεγαλύτερη ανάπτυξή του, η παραπάνω περιοχή είχε συνολικά 45 γεφύρια!

Όλα τα πέτρινα γεφύρια, ανάλογα με τον αριθμό των τόξων τους, ταξινομούνται σε δύο κύριες κατηγορίες: τα μονότοξα και τα πολύτοξα. Η μορφολογία των ποταμιών ακολουθεί την εξής λογική: στα ορεινά εδάφη, με μεγάλη κλίση, τα ποτάμια έχουν μικρό πλάτος και έτσι είναι πιο ορμητικά, ενώ στα πεδινά εδάφη με ελάχιστη κλίση τα ποτάμια φτάνουν στο μέγιστο πλάτος τους και χάνουν την ορμητικότητα τους.

Κανένα γεφύρι δεν είναι ολόιδιο με κάποιο άλλο, καθώς το καθένα έχει τα δικά του, μοναδικά χαρακτηριστικά. Μπορεί να έχει ανακουφιστικά τόξα, μεμονωμένες ή συσσωματωμένες αρκάδες, σιδερένιες άρπιζες, ενεπίγραφες μαρμάρινες πλάκες, ακόμα κι ένα μικρό καμπανάκι που προειδοποιεί για τους κινδύνους της διέλευσης.

Τα γεφύρια που υπάρχουν στον Ελλαδικό χώρο είναι απλά κι απέριττα, δίχως υπερβολικές διακοσμήσεις. Είναι αξιοσημείωτο ότι, στην Ήπειρο, παρά τον ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό γεφυριών, δεν υπάρχουν πολλά λιθόγλυπτα διακοσμητικά στοιχεία.

Τα λιγοστά που υπάρχουν αφορούν οικοδομικές επιγραφές με χρονολογίες κτίσης ή ανακαίνισης, ενώ αναφέρονται ονόματα χορηγών και σπανιότατα των μαστόρων. Άλλες παραστάσεις είτε ως αυτόνομα θέματα είτε ως πλαίσιο στις επιγραφές σπανίζουν.

Οι λιθόγλυπτες επιγραφές εντοιχίζονται στην κορυφή του τόξου, πάνω από τον κορυφαίο θολίτη (κλειδί) ή στο κεντρικό τμήμα των τύμπανων μεταξύ των τόξων.

Στην περίπτωση των γεφυριών της Ηπείρου φαίνεται πως ενδιαφέρει μόνο ο υπομνηματικός ρόλος της κτητορικής επιγραφής.

Αρκετά γεφύρια ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα, επειδή δεν στέκουν μόνα τους στην απεραντοσύνη της ελληνικής υπαίθρου. Τα γεφύρια αυτά πλαισιώνονται μ' ένα εικονοστάσι, ένα ξωκλήσι, μια κρήνη, ένα νερόμυλο, ένα χάνι και σπανιότερα με μια κούλια.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η κούλια ήταν ένα φυλάκιο, στο οποίο διέμενε μόνιμη φρουρά για να προστατεύει το γεφύρι από δολιοφθορές και να ελέγχει τους διερχόμενους.

Υλικά κατασκευής

Βασική πρώτη ύλη, σύμφωνα με τον κ. Γκράσσο, ήταν ο σχιστόλιθος που αφθονεί στην Ελλάδα, ενώ για συνδετική ύλη χρησιμοποιούσαν ένα είδος υδατοστεγούς ασβεστοκονιάματος, το "κουρασάνι".

Αυτό το έφτιαχναν οι ίδιοι οι μάστορες και αποτελούνταν από ένα μίγμα τριμμένου κεραμιδιού, σβησμένου ασβέστη, ελαφρόπετρας, χώματος, νερού και ξερών χόρτων.

Σε αρκετές περιπτώσεις, έριχναν μέσα στο μίγμα ασπράδια αυγών και μαλλιά ζώων για να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα και τη συνεκτικότητα του.

Επίσης, υλοτομούσαν τοπική ξυλεία, την επεξεργάζονταν μερικώς και κατασκεύαζαν τον ξυλότυπο.

Ονοματοδοσία

Πρέπει να τονιστεί πως, τα πέτρινα γεφύρια είχαν πολύ υψηλό κόστος κατασκευής και γι' αυτό τη χρηματοδότηση του έργου την αναλάμβανε, είτε ένα είτε περισσότερα γειτονικά χωριά ή κάποιοι μεμονωμένοι χορηγοί-χρηματοδότες.

Στη δεύτερη περίπτωση ως ηθική ανταμοιβή προς το χορηγό αυτόν, το γεφύρι έπαιρνε το όνομα του.

Όμως, αρκετές φορές η ονοματοδοσία γινόταν κατά συνήθεια από τους κατοίκους των γύρω χωριών, με την πάροδο του χρόνου.

Όλες οι πιθανές περιπτώσεις ονοματοδοσίας μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: Από το χορηγό (συνήθως άντρες και σπανιότατα γυναίκες), από το φυσικό περιβάλλον (το ίδιο το ποτάμι, τη χαράδρα, το βουνό, ή την τοποθεσία) και από το ανθρωπογενές περιβάλλον (χωριό, μοναστήρι ή εκκλησία, χάνι, νερόμυλο, βρύση, σπίτι, ή κάποιο τυχαίο συμβάν π.χ. έναν πνιγμό, μια συμπλοκή κ.ά).

Χορηγοί

Ποιοι, όμως, ήταν αυτοί οι άνθρωποι που μπορούσαν να γίνουν χορηγοί σε ένα τόσο ακριβό κατασκευαστικό έργο; Συνήθως ήταν Έλληνες που είχαν πλουτίσει στον τόπο τους ή στο εξωτερικό από το εμπόριο, την κτηνοτροφία, κ.ά.

Αρκετές φορές ήταν ο ιδιοκτήτης του παρακείμενου μύλου κι αυτό γινόταν, επειδή κατ' αυτόν τον τρόπο ο μυλωνάς μεγάλωνε το πελατολόγιό του, αφού ο μύλος του θα γινόταν προσβάσιμος σε κατοίκους και από τις δύο όχθες του ποταμού.

Επίσης, κάποιες φορές, είτε ένας κλέφτης ή αρματολός είτε ένα θρησκευτικό πρόσωπο, π.χ. καλόγερος ή παπάς, αναλάμβανε εξ ολοκλήρου τα έξοδα της κατασκευής.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κληρικού-χορηγού υπήρξε ο Βησσαρίων (1490-1540), ο οποίος διετέλεσε Μητροπολίτης Λάρισας (μετά το θάνατό του ανακηρύχτηκε σε Άγιο) και μέσα σε περίπου 15 χρόνια χρηματοδότησε τρία πολύ σημαντικά γεφύρια στο νομό Τρικάλων: το γεφύρι του Κοράκου στον Αχελώο, της Πόρτας στον Πορταϊκό και της Σαρακίνας στον Πηνειό.

Αρκετές δε φορές ο χορηγός ήταν ένας Τούρκος αξιωματούχος, όπως ο Καμπέρ Αγάς στα Ιωάννινα, ο Μαχμούτ Πασάς στα Γρεβενά κ.ά.

Τα γεφύρια σήμερα

Σήμερα, το ατσάλι και το τσιμέντο αντικατέστησαν την πέτρα και τη λάσπη. Αυτά τα μοναδικά αριστουργήματα της ελληνικής λαϊκής αρχιτεκτονικής στάθηκαν αποφασιστικοί παράγοντες στην οικονομική και εθνική ζωή του μείζονος ελληνικού χώρου, στα νεότερα χρόνια (από το 17ο έως τον 20ο αιώνα).

Με την πάροδο του χρόνου πολλά πετρογέφυρα παρασύρθηκαν από τα ποτάμια, λόγω έλλειψης συντήρησης και άλλα ανατινάχθηκαν στον τελευταίο πόλεμο και τα επακόλουθά του.

Δεν λείπουν και οι περιπτώσεις, που εγκιβωτίστηκαν τα γεφύρια με σκυρόδεμα, για να προκύψει μεγαλύτερο πλάτος καταστρώματος ώστε να καλυφθούν οι σημερινές κυκλοφοριακές ανάγκες και άλλα επιχώθηκαν από τις χαράξεις των δρόμων.

Εκτός από μεμονωμένες περιπτώσεις, κανένα ουσιαστικό μέτρο δεν πάρθηκε για τη διάσωση, έστω των πιο αξιόλογων γεφυριών από επικείμενη κατάρρευση.

πηγή: ana-mpa.gr

1 σχόλιο:

  1. Θα σας φτιάξω και γιοφύρια….. (έτσι λέγονταν το πάλαι ποτέ), μα δεν έχουμε ποτάμια…, θα σας φτιάξω και ποτάμια…... (θα, θα, θα, ξέρετε η αγαπημένη λέξη των απανταχού πολιτικών). Η ελληνική ύπαιθρος και ποτάμια έχει και όμορφα πέτρινα γιοφύρια που τα στολίζουν, γέρικα μεν αλλά όμορφα. Ας είναι καλά οι πρωτομάστορες και οι μαθητάδες τους που έδωσαν στην ελληνική ύπαιθρο τα μοναδικά αυτά αρχιτεκτονικά μνημεία. Τι δεν έχουμε; Μέριμνα από την πλευρά της πολιτείας, ευαισθησία και τόλμη για τη σωτηρία όσων έχουν απομείνει. Ας είμαστε όμως αισιόδοξοι, μπορεί να εμφανιστεί κάποιος εθνικός ευεργέτης (δε θυμάμαι κάποιον πρόσφατα, αλλά ελπίζω) που θα δώσει τον οβολό του για χατίρι των τοξοειδών περασμάτων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts with Thumbnails